|
Πολλά παιδιά, βρεφικής ή νηπιακής ηλικίας, ακόμη και μαθητές του σχολείου, δείχνουν δισταγμό, άρνηση, ακόμα και πανικό στην ιδέα της επίσκεψης στο γιατρό. Αυτό συμβαίνει γιατί τα παιδιά είναι διαισθητικά και αναγνωρίζουν τη συναισθηματική φόρτιση από τον τρόπο ομιλίας, την έκφραση αλλά και από τη γλώσσα του σώματός μας. Όταν αναφερόμαστε στο γιατρό γινόμαστε κι εμείς οι ίδιοι σοβαροί και ανήσυχοι. Έτσι, το παιδί το αντιλαμβάνεται και αντιδρά αρνητικά στην ιδέα της έκθεσης του σε κάτι τόσο δύσκολο.
Επίσης, είναι πολύ πιθανό το παιδί να αισθάνθηκε δυσάρεστα στην πρώτη ή σε κάποια από τις πρώτες επισκέψεις και να συνέδεσε το αρνητικό συναίσθημα που βίωσε με το γιατρό και το χώρο του. Δεν χρειάζεται να κάνει ενέσιμο εμβόλιο για να πονέσει, αρκεί το να το γδύσουμε και να κρυώσει ή να ταλαιπωρηθεί με τα ρουχαλάκια του. Τα κλάματα ενός άλλου παιδιού, η ένταση ενός άλλου ενήλικα ή η αυστηρή φωνή του γιατρού μπορούν, επιπλέον, να προκαλέσουν άρνηση στο παιδί.
Για να διευκολύνουμε, λοιπόν, τόσο το παιδί όσο και το γιατρό στο έργο του, μπορούμε να το προετοιμάσουμε σωστά πριν την επίσκεψη στο ιατρείο, με ήρεμα, καθησυχαστικά και αισιόδοξα σχόλια, καθώς και με το ύφος και τη στάση μας. Για παράδειγμα, του λέμε ότι ο γιατρός είναι φίλος της υγείας και της καλής μας κατάστασης και θέλουμε τη βοήθεια του για να νιώσουμε καλύτερα. Γι αυτό ανυπομονούμε να τον δούμε και δεν τον φοβόμαστε. Αν το παιδί είναι μεγαλύτερο του εξηγούμε το λόγο της επίσκεψης και τη διαδικασία, εφόσον τη γνωρίζουμε. Τέλος, επιλέγουμε για το παιδί μας τον ειδικό που παράλληλα με την καλύτερη επιστημονική γνώση, έχει ή θα έχει και τη σωστή προσέγγιση στο παιδί.
Ας μην ξεχνάμε ότι ο γιατρός δεν είναι «μπαμπούλας». Επομένως δεν πρέπει να φοβίζουμε ποτέ το παιδί χρησιμοποιώντας ως επιχείρημα για να κάτσει φρόνιμα, το γιατρό ή τη φοβερή ένεση που θα του κάνει.
|