|
Ο μικρός χιονάνθρωπος
Στο βορρά, στη Νορβηγία,
Μες στα χιόνια και στα κρύα
Ζει ένας νάνος από χιόνι
Που ποτέ ποτέ δε λιώνει,
Γιατί εκεί όλο χιονίζει
Κι ο αέρας στροβιλίζει
Τις νιφάδες από χιόνι.
Ξέρεις τι σκέφτομαι λοιπόν;
Είν’ η τύχη του βουνό,
Αφού ζει στη Νορβηγία
Μες στα χιόνια και στα κρύα.
Ο Αϊ – Βασίλης
Μες στο κρύο και τα χιόνια
Ήρθε κι έφερε μπαλόνια,
Πίτες και τσουρέκια αφράτα,
Κουραμπιέδες, μαντολάτα.
Φίλος μ’ όλα τα παιδιά,
Που γελώντας του γλυκά
Του ’πανε Χρόνια Πολλά.
Να τος που μοιράζει τώρα
Χίλια δυο γλυκά και δώρα.
Κορίτσια, αγόρια ευχαριστώ
Λένε στον Αϊ – γελαστό
Και γυρίζουν στο χωριό
Για να κάνουν σκανταλιές
Σε μπαλκόνια και σ’ αυλές.
Ποιος να το ’χε φανταστεί;
Δεν ήταν σε παλάτι
Ούτε και σε κρεβάτι,
Δεν ήταν σε σκηνή
Ούτε και σε αυλή.
Δεν ήταν σε καράβι
Ούτε και σε λιβάδι,
Δεν ήταν σε καλύβα
Μα ούτε και σε βίλα.
Μήπως ήταν σε ιγκλού;
Ή μήπως κάπου αλλού;
Μήπως ήτανε σε κάστρο;
Όχι, ήτανε σε στάβλο
Που γεννήθηκε ο Χριστός,
Και του αστεριού το φως
Έλαμψε πάνω απ’ τη γη,
Ποιος να το ’χε φανταστεί;
|