bt_bb_section_bottom_section_coverage_image

«Πώς πρέπει να είναι ένα αγόρι: Τι είπα στον 10χρονο γιο μου, όταν έφερε τις λάθος επιρροές από το σχολείο»

Μία μαμά διηγείται την ιστορία της.

«Το κατάλαβα από μια λέξη. Όχι από μια μεγάλη κουβέντα, ούτε από κάποιο ξέσπασμα. Από μια μικρή, κοφτή φράση που δεν την είχα ξανακούσει από το στόμα του. Δέκα ετών, με εκείνο το βλέμμα που είναι ακόμα παιδικό, αλλά αρχίζει να ψάχνει πού ανήκει. Την είπε χαλαρά, σαν να πετούσε ένα αστείο που άκουσε στο διάλειμμα. Κι εγώ ένιωσα εκείνο το σφίξιμο που σου λέει ότι κάτι μετακινείται, αθόρυβα, μέσα στο σπίτι σου.

Μέχρι τότε πίστευα ότι το είχαμε «θωρακίσει». Τον μεγαλώσαμε με μια απλή γραμμή: σεβασμός, ισότητα, καλοσύνη. Του μιλούσαμε για το να βλέπει τους ανθρώπους όπως είναι, να μην κάνει διακρίσεις, να μη γελά εις βάρος κανενός. Κι όμως, το σχολείο είχε ανοίξει μια πόρτα που εγώ δεν μπορούσα να ελέγξω. Όχι γιατί ήταν «κακό» το σχολείο, αλλά γιατί ήταν ο κόσμος. Με τις επιρροές του, τις οικογένειες πίσω από τα παιδιά, τις φράσεις που μεταφέρονται σαν ιοί από στόμα σε στόμα.

Ο πιο στενός του φίλος είχε αρχίσει να λέει περίεργα πράγματα. Δεν ήταν κραυγές, ήταν υπονοούμενα. Μικρές «ιδέες» ντυμένες σαν αλήθειες. Μισές προτάσεις που έμεναν στον αέρα. Έβλεπα, ότι κάπου τα άκουγε, κάπου τα «μάθαινε», και μετά τα έφερνε στο δικό μας τραπέζι χωρίς να ξέρει ακριβώς τι κουβαλά.

Τον άκουγα και σκεφτόμουν το λάθος που θα έκανα αν έπεφτα πάνω του σαν εισαγγελέας. Το ήξερα ότι αν εγώ, η «κουλ» μαμά, του έλεγα πως ο κόσμος είναι έτσι και όχι αλλιώς, το πιο πιθανό είναι να μου γύριζε την πλάτη από πείσμα, όπως κάνουν αργότερα οι έφηβοι. Κι υπήρχε κι άλλο ένα βάρος που δεν μου άρεσε να το ομολογώ: ο πατέρας του δεν ήταν στη ζωή μας. Κι αυτό, μέσα μου, το ένιωθα σαν κενό που θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί ο οποιοσδήποτε «πρόθυμος» να του εξηγήσει πώς «πρέπει» να είναι ένα αγόρι.

Ένα βράδυ, τον ρώτησα τι άκουσε στο σχολείο. Όχι για να τον εξετάσω, αλλά σαν να ζητούσα μια ιστορία. Με κοίταξε καχύποπτα στην αρχή. Μετά άρχισε να μιλά. Εκεί κατάλαβα ότι δεν χρειαζόταν να του απαγορεύσω λέξεις. Χρειαζόταν να του δώσω εργαλεία.

Την επόμενη μέρα έκανα κάτι που δεν μου βγήκε φυσικά, αλλά το έκανα επίτηδες. Έψαξα γύρω του για ανδρικά πρότυπα που εμπιστευόμουν. Έναν θείο που έχει τρόπο να ακούει χωρίς να ειρωνεύεται. Έναν προπονητή που μιλά με ηρεμία και δικαιοσύνη. Έναν δάσκαλο που ξέρει να εξηγεί χωρίς να κουνά το δάχτυλο. Δεν ήθελα «κήρυγμα». Ήθελα να έχει δίπλα του έναν άντρα που να μπορεί να του πει, όταν χρειαστεί, κάτι απλό και ανθρώπινο, χωρίς φόβο και χωρίς υπερβολή.

Στο σπίτι, άλλαξα κι εγώ τακτική. Όταν πετούσε μια φράση που με τάραζε, δεν του έλεγα «είναι λάθος». Του έλεγα «πώς το σκέφτηκες», «ποιος στο είπε», «τι σημαίνει αυτό για σένα». Τον άφηνα να φτάνει μόνος του στην άκρη της σκέψης και να βλέπει αν στέκει. Κάποιες φορές το ίδιο το παιδί ακούει την υπερβολή του, όταν την πει δυνατά, και την ξαναμασά.

«Τα αγόρια έχουν κι αυτά δυσκολίες»

Παράλληλα, έβαλα κανόνες για την οθόνη χωρίς να κάνω τη ζωή μας αστυνομικό τμήμα. Ήθελα να ξέρω πού είναι, πότε είναι, τι βλέπει, με ποιον μιλά. Του εξήγησα για τους αλγόριθμους με απλά λόγια. Ότι το ίντερνετ δεν δείχνει πάντα το καλύτερο, δείχνει αυτό που κρατάει τον κόσμο κολλημένο. Ότι πολλοί εκεί έξω βγάζουν χρήματα από το να θυμώνουν τα παιδιά και να τους πουλάνε «αλήθειες» που δεν περνούν από κανέναν έλεγχο.

Και κάτι ακόμα που δεν περίμενα ότι θα χρειαστεί να πω μεγαλόφωνα: ότι τα αγόρια έχουν κι αυτά δυσκολίες. Ότι δεν είναι «κακά» επειδή είναι αγόρια. Ότι ο κόσμος πολλές φορές τους ζητά να είναι σκληροί, να μη νιώθουν, να μη μιλάνε, και αυτό τους πονά. Δεν ήθελα να τον αφήσω να πιστέψει ότι για να προστατεύσει τον εαυτό του πρέπει να στραφεί εναντίον των άλλων.

Τις εβδομάδες που ακολούθησαν, γέμισα το πρόγραμμά του με πράγματα που τον τράβαγαν πραγματικά. Άθληση, παρέες από διαφορετικά περιβάλλοντα, μικρές εξόδους που του άνοιγαν την εικόνα του κόσμου. Όχι σαν τιμωρία για το ίντερνετ, σαν αντιστάθμισμα. Όσο πιο πολύ ζεις τον πραγματικό κόσμο, τόσο λιγότερο σε «ρουφά» ο ψηφιακός.

Δεν θα πω ότι τελείωσε εκεί. Δεν τελειώνει. Η πιο σκληρή αλήθεια της γονεϊκότητας είναι ότι δεν μπορείς να γράψεις τη ζωή του παιδιού σου σαν σενάριο. Μπορείς όμως να του μάθεις να σκέφτεται, να αμφισβητεί, να νιώθει ασφάλεια για να σου μιλά, να έχει γύρω του ανθρώπους που τον κρατούν γειωμένο. Κι εκείνη η λέξη που με τρόμαξε, κάπου στη διαδρομή, άρχισε να χάνει τη δύναμή της. Όχι επειδή την απαγόρευσα, αλλά επειδή δεν βρήκε έδαφος. Επειδή κατάλαβε ότι μέσα στο σπίτι μας υπάρχει χώρος για ερωτήσεις, όχι για μίσος»

Πηγή: scarymommy

Facebook Share  X Share  Στείλε με email  Print