Μία κλασική ερώτηση που κάνουν τα μικρά παιδιά τις ημέρες των γιορτών είναι «Γιατί να πάω στην εκκλησία;».
Όπως εξηγεί ο δάσκαλος Μάριος Μάζαρης, οι συζητήσεις με τα παιδιά γύρω από την εκκλησία δεν έχουν σταματήσει, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες ηλικίες, από τα 10-11 χρόνια και πάνω. Είναι παιδιά που έχουν πολύ μεγαλύτερη επαφή με το διαδίκτυο, με άλλες χώρες, με διαφορετικές γλώσσες και εικόνες του κόσμου, ενώ συχνά έχουν πιο χαλαρή σύνδεση με την εκκλησία. Αυτό δεν είναι κάτι που χρειάζεται απαραίτητα εξήγηση· είναι μια πραγματικότητα που εύκολα παρατηρεί κανείς. Άλλωστε, ο ρόλος του σχολείου δεν είναι να εμφυσήσει πίστη, αφού αυτό είναι κάτι που ανήκει κυρίως στην οικογένεια και στις επιλογές της. Το σχολείο καλείται να καλλιεργήσει την περιέργεια, να γεννήσει ερωτήσεις, να ανοίξει δρόμους σκέψης και να δώσει στα παιδιά πληροφορίες και αφορμές για προβληματισμό.
Γι’ αυτό, όταν ένα παιδί λέει «βαριέμαι την εκκλησία», ίσως το πιο ουσιαστικό δεν είναι να του απαντήσεις τι πρέπει να νιώσει, αλλά να το προσκαλέσεις να σκεφτεί τι μπορεί να του προσφέρει αυτός ο χώρος, τι έχει να του δώσει, τι του ταιριάζει και τι όχι.
Στην ανάρτησή του ο δάσκαλος αναλύει τι ακριβώς συζήτησε με τους μαθητές του σχετικά με την εκκλησία και αξίζει να διαβάσουμε την άποψή του.
«Λίγες ημέρες πριν κλείσουν τα σχολεία πήγαμε πάλι εκκλησία όλοι μαζί, όπως κάνουμε κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα. Η αλήθεια είναι, ότι πολλοί εκπαιδευτικοί πλέον το θεωρούν άσκοπο, γιατί λόγω απόστασης, μετακίνησης με τα πόδια, χρόνου, δεν καταλαβαίνουν πολλά τα παιδιά από αυτήν την επίσκεψη αυτή. Και κυρίως ένα «κάντε ησυχία να ακούσουμε» από τους ανθρώπους που θα βρούμε μέσα στον ναό, ένα “Κάντε ησυχία να ακούσουμε όση λειτουργία προλάβαμε” από τους δασκάλους κι ένα “Βαριέμαι” από πολλά παιδιά.
Ναι, πολλά παιδιά λένε, ότι βαριούνται. Δεν τα αδικώ, γιατί κανείς δεν τους έχει εξηγήσει τι ακούνε, δεν επισκέπτονται συχνά, δεν έχουν ακόμα μάθει, αν πιστεύουν.
Κι είναι μία μεγάλη κουβέντα αυτή, που πιστεύω το σχολείο δεν πρέπει να παίρνει θέση, να σε πιέσει να πιστέψεις δηλαδή, δεν είναι αυτός ο ρόλος του. Θα πιστέψεις, επειδή η οικογένειά σου θα σου μιλήσει, θα συζητήσετε, θα επισκεφθείτε τον ναό ή “αυτονόητα” θα ακολουθήσεις τα χνάρια τους βλέποντάς τους ή όι.
Το σχολείο δεν θα σε μάθει. Και τα παιδιά βαριούνται οτιδήποτε δεν τα αφορά. Το σχολείο θα σου δώσει πληροφορίες για την πίστη μέσα από το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν θα σε υποχρεώσει να την εξασκείς. Θα σου μιλήσει, ό μως, για αυτή, όπως και για άλλες, όσο μεγαλώνεις, για να κατανοήσεις τις ομοιότητες των λαών που αναρωτιούνται για το άνω από εμάς, αν υπάρχει, τι ονόματα του δίνει, με τι τρόπους το αναζητά και τόσα άλλα.
Αυτή τη φορά είχα πολλές παρόμοιες ενστάσεις, όμως, από τα παιδιά. “Δεν θέλω να πάω εκκλησία”, “Γιατί να πάω;”, “Τι να κάνω εκεί μέσα”, “Αν δεν είμαι χριστιανός;”. Εννοείται, φυσικά, ότι πηγαίνουμε έχοντας ενημερώσει τους γονείς και με τη σύμφωνη γνώμη τους. Κάποια παιδιά, όμως, σκέφτονται διαφορετικά. Αυτό που κουβέντιασα μαζί τους είναι το εξής: δεν χρειάζεται να πιστεύεις σε μία θρησκεία για να πας στην εκκλησία.
Απλώς αφιέρωσε λίγο χρόνο όσο είσαι εδώ για να σκεφτείς σκέψεις που δεν έχουν να κάνουν με τη θρησκεία, αυτή ή την άλλη, είναι πανανθρώπινες: Φέρομαι καλά στους γύρω μου; Αδίκησα κάποιον τελευταία; Μπορώ να ζητήσω συγγνώμη; Νιώθω ότι χρωστάω ένα ευχαριστώ σε κάποιον; Έχω λόγους να είμαι ευγνώμων με τη ζωή; Μπορώ να διορθώσω κάτι στη ζωή τη δική μου ή των γύρω μου; Έχω κάτι που θέλω να επικεντρώσω τις προσπάθειές μου να γίνει;
Ζω τη ζωή μου όπως θέλω; Εκτιμώ κάθε μέρα, κάθε λεπτό; Πώς θέλω οι άλλοι να με σκέφοτναι; Λέω “σ’αγαπώ” στους άλλους; Εμένα με αγαπάω;
Άρεσε πολύ στα παιδιά αυτή η συζήτηση. Ίσως τους άρεσε, ότι μιλήσαμε για κάτι που δεν συζητάνε συχνά. Μεγαλώνουμε μπαίνοντας στην εκκληασία σε γιορτές, τελετές, βιαστικά, πριν από το φαγητό ή από υποχρέωση, ενώ θα μπορούσε να είναι ένας χώρος να κοινωνικοποιηθείς ή να σκεφτείς λίγο παραπάνω το μέσα σου. Με την ίδια λογική εκκλησία είναι παντού, οπουδήποτε κλείσεις λίγο τα μηχανήματα, χαμηλώσεις τους ήχους και τα φώτα και σκεφτείς λίγο παραπάνω για το τι ζεις και πώς, για το πώς φέρεσαι και αν αξίζει σε σένα και στους άλλους. Κι αυτό δεν είναι θρησκεία, είναι παναθρώπινη ανάγκη μας.
Κι αν θες να το πεις αλλιώς, είναι θέμα να αντέχεις να μείνεις λίγο μόνος με σένα. Κι αυτό δυσκολεύει πολλούς πλέον».







