bt_bb_section_bottom_section_coverage_image

Το γυναικείο στήθος αναπτύχθηκε για να κρατά ζεστό το νεογέννητο;

Από τη στιγμή της γέννησής τους τα μωρά δυσκολεύονται να ρυθμίσουν τη θερμοκρασία του σώματός τους.

Και σε αντίθεση με ένα μωρό πιθηκάκι ή ένα κουτάβι, τα νεογέννητα ανθρωπάκια δεν έχουνν αυτήν την πολυτέλεια της ζέστης που προσφέρει το τρίχωμα. Για ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρώπινης ιστορίας αυτός ο συνδυασμός ήταν μοιραίος. Σήμερα, οι έρευνες αφήνουν  ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι το ανθρώπινο σώμα ανέπτυξε μια αντίδραση απέναντι σε αυτή την ευαλωτότητα μέσα σε εκατομμύρια χρόνια, και αυτή ίσως κρύβεται σε ένα από τα πιο οικεία χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ανατομίας.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Oulu στη Φινλανδία διαπίστωσε ότι το στήθος των γυναικών που θηλάζουν αντιστέκεται στην ψύξη με περίπου διπλάσιο ρυθμό σε σχέση με γυναίκες που δεν θήλαζαν και με άνδρες. Αυτό το εύρημα, υποστηρίζουν, δείχνει προς μια λειτουργία που σε μεγάλο βαθμό έχει μείνει ανεξερεύνητη: το ανθρώπινο στήθος μπορεί να εξελίχθηκε εν μέρει ως ένα σύστημα θερμικής υποστήριξης για τα νεογνά κατά την επαφή δέρμα με δέρμα. Αν η υπόθεση επιβεβαιωθεί, θα δώσει σε ένα γνωστό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ανατομίας έναν εντελώς νέο σκοπό.

Γιατί το ανθρώπινο σττήθος αναπτύσσεται πολύ πριν χρειαστεί

Κανένα άλλο πρωτεύον θηλαστικό (ναι, οι άνθρωποι είναι τεχνικά πρωτεύοντα) δεν έχει μόνιμα εμφανές στήθος. Οι χιμπατζήδες, οι γορίλες και τα περισσότερα άλλα θηλαστικά αναπτύσσουν ένα απλά διακρινόμενο στήθος μόνο όταν θηλάζουν, καθώς οι αδένες που παράγουν γάλα ενεργοποιούνται φυσιολογικά. Στο ανθρώπινο είδος οι γυναίκες αναπτύσσουν το στήθος στην εφηβεία, αρκετά χρόνια δηλαδή πριν από την πρώτη εγκυμοσύνη και το διατηρούν καθ’ όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Το σχήμα και το μέγεθος ποικίλουν βάσει της κατανομής του λίπους παρά των ίδιων των αδένων που παράγουν γάλα.

Οι επιστήμονες για πολύ καιρό διατύπωναν προβληματισμούς γύρω από αυτό. Μια θεωρία υποστηρίζει ότι λειτουργεί ως ένδειξη γονιμότητας για την προσέλκυση συντρόφων. Μια άλλη το αντιμετωπίζει ως αποτέλεσμα της γενικότερης αύξησης του σωματικού λίπους κατά την εξέλιξη του ανθρώπου, που ενδεχομένως ενισχύθηκε αργότερα μέσω της σεξουαλικής επιλογής. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι αυτές οι εξηγήσεις δεν απαντούν πλήρως στο ερώτημα γιατί το χαρακτηριστικό εμφανίζεται πολύ πριν υπάρξει κάποια αναπαραγωγική ανάγκη για αυτό.

Η ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο του Oulu υποστηρίζει ότι η επιβίωση των βρεφών προσφέρει μια πιο ρεαλιστική εξήγηση. Όταν οι πρόγονοι του ανθρώπου έχασαν το τρίχωμα του σώματός τους περίπου πριν από δύο εκατομμύρια χρόνια, μαζί με την εμφάνιση του γένους Homo, τα νεογνά βρέθηκαν ξαφνικά εκτεθειμένα στο κρύο με τρόπους που κανένα βρέφος Πρωτεύοντος δεν είχε αντιμετωπίσει μέχρι τότε.

Τα ανθρώπινα μωρά άρχισαν επίσης να γεννιούνται σε πιο πρώιμο στάδιο ανάπτυξης σε σύγκριση με άλλα Πρωτεύοντα, ως αποτέλεσμα της εξέλιξης του μεγαλύτερου εγκεφάλου, που απαιτούσε τον τοκετό πριν το κρανίο μεγαλώσει τόσο ώστε να μην μπορεί να περάσει από το γεννητικό κανάλι. Το αποτέλεσμα ήταν η γέννηση ενός βρέφους που δεν μπορούσε να παράγει επαρκή θερμότητα σώματος, χωρίς τρίχωμα και χωρίς προστασία από το κρύο.

Το σώμα της μητέρας αποτελούσε την πιο άμεση και αξιόπιστη πηγή ζεστασιάς και οτιδήποτε έκανε αυτή τη θερμότητα πιο αποτελεσματική θα αύξανε τις πιθανότητες επιβίωσης των βρεφών.

Οι μαμάδες που θηλάζουν διατηρούν τη θερμότητά τους

Η ερευνητική ομάδα μελέτησε 27 εθελοντές ηλικιών από 20-40 χωρισμένους σε τρεις ομάδες: 12 γυναίκες που δεν θήλαζαν, 8 θηλάζουσες και 7 άνδρες. Το ηλικιακό εύρος επιλέχθηκε με βάση τα τυπικά χρόνια θηλασμού, αποφεύγοντας ηλικίες με ορμονικές αλλαγές, όπως εφηβεία και εμμηνόπαυση.

Οι συμμετέχοντες μεταφέρθηκαν σε εργαστήριο με ελεγχόμενες κλιματικές συνθήκες στο Finnish Institute of Occupational Health. Φορούσαν ελαφριά ρούχα από τη μέση και κάτω και εκτέθηκαν σταδιακά σε όλο και χαμηλότερες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του πειράματος. Μια θερμική κάμερα κατέγραφε τη θερμοκρασία στην επιφάνεια του στήθους σε κάθε στάδιο της έκθεσης.

Οι γυναίκες που θήλαζαν διατήρησαν σημαντικά περισσότερη θερμότητα σε σχέση με τις άλλες δύο ομάδες. Οι μητέρες που θήλαζαν έχασαν κατά μέσο όρο μόλις 2,5 βαθμούς Κελσίου από τη θερμοκρασία στην επιφάνεια του στήθους στις πιο χαμηλές θερμοκρασίες του πειράματος, ενώ οι γυναίκες που δεν θήλαζαν έχασαν 4,7 βαθμούς και οι άνδρες 4,3 βαθμούς. Οι άνδρες τα πήγαν ελαφρώς καλύτερα από τις γυναίκες που δεν θήλαζαν, κάτι που οι ερευνητές αποδίδουν στη μεγαλύτερη μυϊκή μάζα, η οποία λειτουργεί ως επιπλέον πηγή θερμότητας. Και οι δύο ομάδες, ωστόσο, έχασαν σχεδόν τη διπλάσια θερμότητα σε σύγκριση με τις μητέρες που θήλαζαν.

Αυτή η διαφορά έχει σημασία. Η συγκράτηση θερμότητας που παρατηρήθηκε στις μητέρες που θηλάζουν δεν φαίνεται να οφείλεται απλώς στην ύπαρξη περισσότερου ιστού στην περιοχή. Φαίνεται να συνδέεται με τις ενεργές βιολογικές διαδικασίες της γαλουχίας, ιδιαίτερα με τους μαστικούς αδένες και το δίκτυο αιμοφόρων αγγείων στο στήθος που ενισχύεται κατά την εγκυμοσύνη και τον θηλασμό.

Πώς η ανατομία του στήθους επηρεάζει τη θερμότητα

Η φυσική διαμόρφωση του στήθους μπορεί να αποτελεί μέρος της ιστορίας. Οι ερευνητές υποστηρίζουν, ότι το σχήμα του στήθους μπορεί να αυξήσει τον διαθέσιμο χώρο για την επαφή με το μωρό σε σύγκριση με μία επίπεδη περιοχή του σώματος, ενώ η ροή του αίματος κατά τον θηλασμό μπορεί να βοηθά στη διατήρηση αυτής της θερμότητας κατά τη διάρκεια της επαφής μαμάς – μωρού.

Περισσότερη επιφάνεια σημαίνει περισότερη θερμότητα που μεταφέρεται και αυτοί οι δύο παράγοντες μαζί κάνουν τη διαφορά για ένα νεογέννητο που δεν μπορεί να ζεσταθεί από μόνο του.

Αυτό ταιριάζει με την υπάρχουσα έρευνα για τη φροντίδα των νεογνών. Μελέτες για την επαφή δέρμα με δέρμα μεταξύ μητέρας και μωρού έχουν επανειλημμένα δείξει ότι η θερμοκρασία του δέρματος της μητέρας είναι καθοριστικός παράγοντας για να διατηρείται σταθερή η θερμοκρασία του σώματος του νεογνού. Μια μελέτη του 2024 σε άγριους πιθήκους  διαπίστωσε ότι τα θηλάζοντα θηλυκά διατηρούν υψηλότερη θερμοκρασία σώματος από τα μη θηλάζοντα, ένα μοτίβο που οι ερευνητές έχουν συνδέσει με τη θερμορρύθμιση των βρεφών σε όλα τα είδη πρωτευόντων.

Οι ερευνητές δεν απορρίπτουν τη σεξουαλική επιλογή ως παράγοντα που συνέβαλε στον τρόπο με τον οποίο αυτό το χαρακτηριστικό εξελίχθηκε με την πάροδο του χρόνου. Το επιχείρημά τους είναι πιο συγκεκριμένο: η θερμορρύθμιση μπορεί να ήταν η αρχική πίεση που διατήρησε τον μαστικό ιστό παρόντα ανάμεσα στις εγκυμοσύνες, με τη σεξουαλική επιλογή να ενισχύει ενδεχομένως αργότερα το χαρακτηριστικό.

Η εμφάνιση μαστικού ιστού στην εφηβεία, χρόνια πριν υπάρξει οποιοδήποτε βρέφος, ταιριάζει με ένα μοτίβο όπου το σώμα «χτίζει» πόρους εκ των προτέρων. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Evolutionary Human Sciences, είναι προκαταρκτική και οι συγγραφείς ζητούν έρευνα συνέχειας με μεγαλύτερες ομάδες και συγκρίσεις σε είδη πρωτευόντων.

Τα ευρήματα ενισχύουν το ενδεχόμενο ότι η θερμορρύθμιση έπαιξε ρόλο στην εξέλιξη του μόνιμα διογκωμένου στήθους, όμως η μελέτη μετρά φυσιολογικές διαφορές σε σύγχρονες γυναίκες σε εργαστηριακές συνθήκες και δεν αποδεικνύει άμεσα εξελικτική αιτιότητα.

Η υποθερμία των νεογνών παραμένει καταγεγραμμένος κλινικός κίνδυνος ακόμη και σε σύγχρονα νοσοκομειακά περιβάλλοντα. Το ότι αυτή η βασική βιολογική πραγματικότητα μπορεί να διαμόρφωσε σιωπηλά την ανθρώπινη ανατομία επί δύο εκατομμύρια χρόνια είναι ένα ερώτημα που αξίζει να διερευνηθεί.

Πηγή: studyfinds.com

Facebook Share  X Share  Στείλε με email  Print