Το να μεγαλώνει ένα παιδί σε ένα σπίτι όπου οι γονείς σπάνια ή ποτέ δεν λένε «σ’ αγαπώ» μπορεί να το επηρεάσει βαθιά.
Ακόμη κι αν η αγάπη εκφράζεται με πράξεις, φροντίδα ή παρουσία, η έλλειψη λεκτικής τρυφερότητας μπορεί να δημιουργήσει ανασφάλεια γύρω από την αναγνώριση και την έκφραση των συναισθημάτων. Τα μοτίβα που διαμορφώνονται στην παιδική ηλικία συχνά ακολουθούν το άτομο και στην ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας τις ερωτικές, φιλικές και άλλες στενές σχέσεις. Kάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες συμπεριφορές που εμφανίζονται συχνότερα σε όσους μεγάλωσαν σε οικογένειες όπου τα συναισθήματα δεν εκφράζονταν ανοιχτά.
Δυσκολεύονται να πουν «σ’ αγαπώ»
Για κάποιον που δεν άκουγε συχνά λόγια τρυφερότητας μεγαλώνοντας, ακόμη και ένα απλό κομπλιμέντο μπορεί να προκαλέσει αμηχανία. Μπορεί να το αντιμετωπίσει με χιούμορ, να αλλάξει θέμα ή να θεωρήσει ότι ο άλλος απλώς είναι ευγενικός.
Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με το «σ’ αγαπώ». Συχνά δυσκολεύονται να το πουν πρώτοι σε μια σχέση, είτε επειδή φοβούνται ότι θα φανούν υπερβολικά ευάλωτοι είτε επειδή ανησυχούν ότι ο άλλος δεν αισθάνεται το ίδιο. Έτσι, προτιμούν πολλές φορές να εκφράζουν την αγάπη τους μέσα από πράξεις: μια μικρή χειρονομία, μια βοήθεια, την παρουσία τους σε μια δύσκολη στιγμή. Παράλληλα, μπορεί να περιμένουν από τον σύντροφό τους να κάνει πρώτος το βήμα και να εκφράσει λεκτικά όσα νιώθει.
Αποφεύγουν να ζητούν στήριξη
Όσοι δεν είχαν μάθει να μιλούν ανοιχτά με τους γονείς τους για όσα αισθάνονται, είναι πιθανό να συνηθίσουν να διαχειρίζονται μόνοι τους τις δυσκολίες. Μπορεί να καταπιέζουν τη λύπη, τον φόβο ή την απογοήτευση, φοβούμενοι ότι θα γίνουν βάρος στους άλλους.
Ακόμη κι όταν χρειάζονται βοήθεια, μπορεί να μην τη ζητούν και να ελπίζουν ότι κάποιος θα καταλάβει μόνος του πως κάτι δεν πάει καλά. Συχνά υποβαθμίζουν όσα νιώθουν, λέγοντας στον εαυτό τους ότι «δεν είναι τόσο σοβαρό» ή ότι άλλοι περνούν χειρότερα. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν πότε έχουν πραγματικά ανάγκη από παρηγοριά, στήριξη ή απλώς από έναν άνθρωπο που θα τους ακούσει.
Για πολλούς από αυτούς, η αγάπη εκφράζεται πιο εύκολα με πράξεις παρά με λόγια. Μια φροντισμένη χειρονομία ή μια πράξη ενδιαφέροντος μπορεί να τους φαίνεται πιο φυσική από το να μιλήσουν ανοιχτά για όσα αισθάνονται. Ωστόσο, μπορεί να περιμένουν και από τους άλλους να καταλαβαίνουν τα συναισθήματά τους με τον ίδιο τρόπο, ακόμη κι αν οι ίδιοι έχουν ανάγκη να ακούσουν ένα «σ’ αγαπώ».
Αμφισβητούν συχνά τα συναισθήματα των άλλων
Όταν η αγάπη και η τρυφερότητα δεν εκφράζονταν ξεκάθαρα στο οικογενειακό περιβάλλον, μπορεί να είναι δύσκολο αργότερα να νιώσει κάποιος βεβαιότητα για όσα αισθάνονται οι άλλοι απέναντί του. Ακόμη κι όταν ένας σύντροφος ή ένας φίλος δείχνει ξεκάθαρα το ενδιαφέρον του, μπορεί να χρειάζεται περισσότερη επιβεβαίωση και να αναρωτιέται αν πράγματι είναι σημαντικός για εκείνον.
Παράλληλα, επειδή έχει μάθει να βασίζεται κυρίως στον εαυτό του, μπορεί να θεωρεί την αυτονομία αυτονόητη και να αισθάνεται άβολα όταν χρειάζεται να ζητήσει βοήθεια. Η ανεξαρτησία είναι ασφαλώς πολύτιμη, αλλά δεν σημαίνει ότι η αποδοχή της στήριξης των άλλων αποτελεί αδυναμία.
Ακόμη και οι έντονες εκδηλώσεις αγάπης μπορεί να τους φαίνονται ασυνήθιστες ή υπερβολικές. Όταν κάποιος τους λέει αυθόρμητα ότι τους αγαπά ή δείχνει ανοιχτά το ενδιαφέρον του, μπορεί να μην ξέρουν πώς να αντιδράσουν και να αναρωτιούνται ποια είναι η «σωστή» απάντηση.
Με τον χρόνο, όμως, μπορούν να μάθουν ότι δεν υπάρχει μία τέλεια αντίδραση. Το να δέχεται κανείς την τρυφερότητα, να νιώθει ασφαλής μέσα σε αυτήν και να μαθαίνει σταδιακά να εκφράζει όσα αισθάνεται είναι και αυτό μέρος μιας ουσιαστικής, ώριμης και ασφαλούς σχέσης.
Πηγή: yourtango.com







