Όποιος έχει μεγαλώσει ένα μικρό παιδί γνωρίζει καλά ότι πρόκειτε για ένα τεστ… υπομονής.
Το παιδί λέει «όχι» σχεδόν στα πάντα, αρνείται να μοιραστεί τα παιχνίδια του, βάζει ό,τι βρει στο στόμα του και μερικές φορές επινοεί ιστορίες που απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Όσο εκνευριστικές κι αν φαίνονται αυτές οι συμπεριφορές, οι ειδικοί εξηγούν ότι συχνά αποτελούν απολύτως φυσιολογικά στάδια της ανάπτυξης των παιδιών.
Καθώς τα παιδιά περνούν στη νηπιακή ηλικία, αποκτούν μεγαλύτερη κινητικότητα, αναπτύσσουν την ομιλία τους και αρχίζουν να διαμορφώνουν τη δική τους προσωπικότητα. Μαζί με τις νέες δεξιότητες, όμως, εμφανίζονται και συνήθειες που μπορεί να προβληματίσουν τους γονείς.
Η δρ Κριστίνα Φάρελ, επικεφαλής του Τμήματος Αναπτυξιακής και Συμπεριφορικής Παιδιατρικής στο K. Hovnanian Children’s Hospital, εξηγεί ότι πολλές από αυτές τις συμπεριφορές δεν αποτελούν ένδειξη προβλήματος, αλλά μέρος της φυσιολογικής αναπτυξιακής διαδικασίας.
Μάλιστα, συμβουλεύει τους γονείς που ανησυχούν να παρατηρούν πώς συμπεριφέρονται άλλα παιδιά της ίδιας ηλικίας, για παράδειγμα σε μια παιδική χαρά. Αν οι προβληματισμοί τους παραμένουν, μπορούν να συζητήσουν με τον παιδίατρο ή τον εκπαιδευτικό του παιδιού.
Λένε «όχι» στα πάντα
Από τη στιγμή που ένα μικρό παιδί μαθαίνει τη λέξη «όχι», φαίνεται να τη χρησιμοποιεί ασταμάτητα. Μπορεί να αρνείται να βουρτσίσει τα δόντια του, να ντυθεί ή να βγει από το σπίτι, ακόμη κι όταν πρόκειται για κάτι που συνήθως του αρέσει.
Σύμφωνα με τη δρ Φάρελ, η συνεχής άρνηση συνδέεται με την ανάγκη του παιδιού να αποκτήσει αυτονομία. Σε αυτή την ηλικία, τα παιδιά αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι μπορούν να παίρνουν αποφάσεις και να ασκούν έλεγχο στο περιβάλλον τους.
Επειδή μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς τους καθορίζεται από τους ενήλικες, προσπαθούν να επιβληθούν εκεί όπου μπορούν. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο φαγητό και στην εκπαίδευση τουαλέτας.
Όπως εξηγεί η ειδικός, τα παιδιά χρειάζεται να δοκιμάζουν τα όρια για να κατανοήσουν πού βρίσκονται. Η αμφισβήτηση των κανόνων είναι, επομένως, ένα σημαντικό κομμάτι της ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους.
Λένε ψέματα ή επινοούν απίθανες ιστορίες
Ένα παιδί μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει κατοικίδιο ενώ δεν έχει ή να δηλώσει ξαφνικά ότι μισεί τις μπανάνες, παρόλο που μέχρι χθες τις λάτρευε.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προσπαθεί να εξαπατήσει τους γονείς του.
Στη νηπιακή ηλικία, τα παιδιά δεν έχουν αναπτύξει πλήρως τις γλωσσικές τους ικανότητες και δυσκολεύονται να εκφράσουν με ακρίβεια όσα σκέφτονται. Παράλληλα, η αντίληψή τους για τον χρόνο είναι ακόμη περιορισμένη.
Για παράδειγμα, όταν ένα δίχρονο λέει ότι δεν του αρέσουν οι μπανάνες, μπορεί απλώς να εννοεί ότι δεν θέλει να φάει μπανάνα εκείνη τη στιγμή.
Επιπλέον, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Ένα παιδί μπορεί να πει ότι έχει σκύλο επειδή έχει σκύλο η γιαγιά του, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι η απάντησή του δεν είναι ακριβής.
Φυσικά, τα μικρά παιδιά μπορεί επίσης να αποκρύψουν μια αταξία για να αποφύγουν την αντίδραση των ενηλίκων. Η ειδικός επισημαίνει ότι οι έντονες αντιδράσεις, ο θυμός και η ντροπή μπορούν να ενισχύσουν αυτή τη συμπεριφορά.
Δεν θέλουν να μοιράζονται τα παιχνίδια τους
Πολλοί γονείς προβληματίζονται όταν βλέπουν το παιδί τους να αρνείται πεισματικά να μοιραστεί τα παιχνίδια του ή να συνεργαστεί με άλλα παιδιά.
Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή είναι συνηθισμένη στη νηπιακή ηλικία.
Τα μικρά παιδιά συχνά συμμετέχουν στο λεγόμενο «παράλληλο παιχνίδι», δηλαδή παίζουν δίπλα σε άλλα παιδιά χωρίς απαραίτητα να αλληλεπιδρούν μαζί τους.
Σύμφωνα με τη δρ Φάρελ, περίπου στην ηλικία των τριών ετών τα παιδιά αρχίζουν συνήθως να αντιλαμβάνονται περισσότερο την παρουσία των συνομηλίκων τους και τις δυνατότητες του κοινού παιχνιδιού.
Το μοίρασμα, όμως, είναι μια δεξιότητα που πρέπει να διδαχθεί και να εξασκηθεί.
Η κατανόηση ότι οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να έχουν διαφορετικές επιθυμίες, συναισθήματα και αντιδράσεις αναπτύσσεται σταδιακά και συνεχίζει να ωριμάζει κατά τα πρώτα σχολικά χρόνια.
Η ειδικός τονίζει, πάντως, ότι οι γονείς χρειάζεται να θέτουν σταθερά και κατάλληλα όρια, ώστε να βοηθούν τα παιδιά να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν πάντα να γίνεται το δικό τους.
Βάζουν τα πάντα στο στόμα τους
Παιχνίδια, αντικείμενα από το πάτωμα και οτιδήποτε τραβήξει την προσοχή τους μπορεί να καταλήξει στο στόμα των μικρών παιδιών.
Παρότι αυτή η συνήθεια προκαλεί δικαιολογημένη ανησυχία στους γονείς, αποτελεί έναν από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους τα βρέφη και τα νήπια εξερευνούν το περιβάλλον τους. Μέσα από το στόμα τους ανακαλύπτουν διαφορετικές υφές, γεύσεις και άλλα χαρακτηριστικά των αντικειμένων.
Η συμπεριφορά αυτή μπορεί επίσης να λειτουργεί καθησυχαστικά, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οδοντοφυΐας. Όπως εξηγεί η δρ Φάρελ, το πιπίλισμα αποτελεί έναν από τους πρώτους μηχανισμούς θρέψης και αυτοπαρηγοριάς του ανθρώπου.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να αφήνουν τα παιδιά να βάζουν οτιδήποτε στο στόμα τους. Η επίβλεψη είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα για παιδιά κάτω των τριών ετών, καθώς τα μικρά αντικείμενα ενέχουν κίνδυνο πνιγμονής.
Βάζουν συνεχώς το δάχτυλο στη μύτη τους
Μια ακόμη συνήθεια που ενοχλεί αρκετούς γονείς είναι όταν το παιδί βάζει το δάχτυλό του στη μύτη, συχνά ακόμη και μπροστά σε άλλους ανθρώπους.
Η εξήγηση, ωστόσο, είναι αρκετά απλή. Τα μικρά παιδιά εξερευνούν το σώμα τους και αντιδρούν αυθόρμητα σε ερεθίσματα που τους προκαλούν δυσφορία. Αν αισθανθούν κάτι μέσα στη μύτη τους, προσπαθούν να το απομακρύνουν με τον πιο άμεσο τρόπο που γνωρίζουν. Παράλληλα, δεν έχουν ακόμη αναπτύξει τον έλεγχο των παρορμήσεών τους ούτε κατανοούν πλήρως τους κοινωνικούς κανόνες υγιεινής και ευγένειας. Η δρ Φάρελ προτείνει στους γονείς να αποφεύγουν τις έντονες παρατηρήσεις και να καθοδηγούν ήρεμα το παιδί προς μια πιο κατάλληλη συμπεριφορά, όπως η χρήση χαρτομάντιλου.
Η εκμάθηση απαιτεί χρόνο, επανάληψη και υπομονή.
Πότε πρέπει να ανησυχήσουν οι γονείς
Παρότι οι παραπάνω συμπεριφορές είναι συχνά φυσιολογικές, υπάρχουν ορισμένα σημάδια που αξίζει να συζητηθούν με τον παιδίατρο.
Σύμφωνα με τη δρ Φάρελ, οι γονείς καλό είναι να ζητούν συμβουλή όταν παρατηρούν:
- Επίμονη τοποθέτηση αντικειμένων στο στόμα μετά τη νηπιακή ηλικία ή κατανάλωση μη βρώσιμων αντικειμένων.
- Συχνά και έντονα ξεσπάσματα θυμού που διαρκούν από 10 έως 30 λεπτά ή περισσότερο.
- Σημαντική δυσκολία του παιδιού να ηρεμήσει.
- Συστηματική αποφυγή επαφής με άλλα παιδιά.
- Δυσκολίες στη λεκτική και μη λεκτική επικοινωνία.
- Υπερβολική ευαισθησία σε αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως οι ήχοι και οι υφές.
Τα σημάδια αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι υπάρχει κάποια αναπτυξιακή διαταραχή. Αποτελούν, όμως, λόγο για περαιτέρω αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν είναι επίμονα ή επηρεάζουν την καθημερινότητα του παιδιού.
Το σημαντικότερο μήνυμα προς τους γονείς είναι ότι πολλές από τις συμπεριφορές που τους εξαντλούν αποτελούν στην πραγματικότητα μέρος της διαδικασίας μέσα από την οποία τα παιδιά μαθαίνουν να εκφράζονται, να γίνονται ανεξάρτητα και να κατανοούν τον κόσμο γύρω τους.
Πηγή: parents.com







