Το να δημιουργείς αναμνήσεις με τα παιδιά σου είναι κάτι το υπέροχο.
Και δεν χρειάζονται υπερβοικά πράγματα. Αγάπη, η μαγιά που κάνει την καλύτερη ζύμη για… πίτσα.
Οπως αυτή η μαμά που φρόντισε να φέρει τις δικές της αναμνήσεις στο τραπέζι της δικής της οικογένειας.
«Δεν ζυμώνω. Ούτε ψωμί, ούτε ζύμη για πίτσα, ούτε καν πλαστελίνη. Ορισμένες φίλες μου έχουν τα δικά τους κοτόπουλα και μαζεύουν αυγά από τις δικές τους αυλές. Ψήνουν το δικό τους ψωμί το πρωί και χρησιμοποιούν σπιτικό κοτόπουλο για την σούπα τους. Οι φίλες μου είναι υπέροχες και αποθηκεύουν συνταγές στο μυαλό τους. Τα παιδιά σηκώνουν τα μανίκια τους και ανακατεύουν τη ζύμη για τα μπισκότα με ένα μίξερ χειρός, ανακατεύουν τη ζάχαρη και τη μαγειρική σόδα, κάνοντας έτσι ένα επιστημονικό μάθημα στο σπίτι.
Η δική μου προσωπικότητα δεν είναι φτιαγμένη για την κουζίνα. Τουλάχιστον μέχρι τώρα. Η μητρότητα, όμως, με ανάγκασε να περνάω καθημερινά πολύ χρόνο εκεί, ετοιμάζοντας αμέτρητα σνακ, σπιτικά γεύματα και πού και πού κάποιο γλυκό από κουτί. Τα βράδια της Παρασκευής ήταν πάντα η βραδιά της πίτσας στο σπίτι μας. Από τη χρονιά που παντρευτήκαμε, εγώ και ο σύζυγός μου τρώμε την κατεψυγμένη πίτσα, που ψήνουμε στον φούρνο μας. Όμως, τώρα έχει ακριβύνει. Οι κόρες μας είναι 5 και 6 ετών και πλέον τρώνε την πίτσα με τέτοια ταχύτητα, που μετά βίας προλαβαίνω να τη βγάζω στο τραπέζι πριν εξαφανιστεί.
Κι έτσι άλλαξα. Αποφάσισα να ζυμώσω. Μεγαλώνοντας με έξι αδέλφια γύρω από το τραπέζι, έμαθα την νοστιμιά του σπιτικού φαγητού. Η μητέρα μου περνούσε ώρες στην κουζίνα φτιάχνοντας μπισκότα μέσα από την τεράστια λεκάνη όπου έβαζε το μείγμα. Έκοβε το ζυμάρι με το στόμιο ενός ποτηριού για να δημιουργήσει το τέλειο στρογγυλο σχήμα. Αμέσως μετά έφτιαχνε ζύμη για πίτσα και γέμιζε τον πάγκο της κουζίνας με αλεύρι. Χρησιμοποιούσε όλο της το σώμα για να το ζυμώσει αναποδογυρίζοντάς την και πιέζοντάς τη με τις βάσεις των χεριών της. Όταν, τελικά, μας σέρβιρε τη ζεστή, σπιτική πίτσα μόλις βγαλμένη από τον φούρνο, τα ορθογώνια ταψιά με τα κομμάτια πάνω στο τραπέζι έκρυβαν κάτι ξεχωριστό: κάθε τετράγωνο κομμάτι είχε πάνω του τα αποτυπώματα των χεριών της μητέρας μου, χαραγμένα στη μαλακή, αφράτη κόρα της ζύμης.
Τα αδέλφια μου κι εγώ σχεδόν δεν χρησιμοποιούσαμε καν πιάτα. Αρπάζαμε το ένα τετράγωνο κομμάτι μετά το άλλο, με τα δάχτυλά μας να τρυπούν τη λεπτή βάση της πίτσας. Την εξαφανίζαμε μέσα σε λίγα λεπτά και η μαμά έβαζε άλλο ένα ταψί στον φούρνο. Η τελευταία πίτσα που έφτιαχνε πάντα ήταν μια στρογγυλή πίτσα Χαβάης με ζαμπόν και ανανά, μόνο για εκείνη και τον μπαμπά μου. Δεν ξέρω αν δοκίμασα ποτέ από εκείνη.
Μπορώ εγώ να φτιάξω τη δική μου πίτσα; Θα μπορούσα κάποτε. Πριν από μερικά χρόνια η κολλητή μου κι εγώ συμφωνήσαμε σε ένα σύστημα ανταλλαγής. Δίδασκα ισπανικά στα παιδιά της κι εκείνη με «πλήρωνε» με ζύμη πίτσας. Μου έδωσε οδηγίες και ΄με τον σύζυγό μου απολαμβάναμε «σπιτική» πίτσα. Κράτησα αυτές τις γνώσεις στο μυαλό μου, ελπίζοντας πως κάποια μέρα θα μπορούσα κι εγώ να το προσπαθήσω. Η μαγειρική πάντα με έκανε να νιώθω ανασφάλεια και, μετά από μερικά ατυχήματα και αποτυχίες στην κουζίνα, ήταν δύσκολο να αποκτήσω την αυτοπεποίθηση που χρειαζόμουν.
Πήγαμε με την κόρη μου στη βιβλιοθήκη πριν από λίγες εβδομάδες και δανειστήκαμε τρία βιβλία με συνταγές για πίτσα. Ακόμη, αγοράσαμε κι ένα παιδικό βιβλίο για την Ιταλία και την πίτσα, που στο τέλος του είχε και μία συνταγή. Και ξεκινήσαμε την προσπάθεια για τη δική μας πίτσα που να μοιάζει στης μητέρας μου.
Η Παρασκευή έφτασε και προειδοποίησα τον σύζυγό μου για το τι επρόκειτο να συμβεί. Εκείνος χαμογέλασε και μου έδωσε το ΟΚ, γεμίζοντάς με αυτοπεποίθηση. Διάβασα τις οδηγίες μερικές φορές και με βοήθησε να πιάσω τις λεπτομέρειες που χρειαζόμουν πριν ξεκινήσω.
Μαγιά. Φυσαλίδες. Ανακάτεμα. Αλεύρι. Ανακάτεμα. Φούσκωμα. Χτύπημα. Ζύμωμα. Ζύμη, ζύμη, ζύμη! Είχαμε ζύμη. Τι νίκη κι αυτή!
Οι κόρες μου γύρισαν από το σχολείο και όλοι μαζί τρέχαμε στην κουζίνα, απλώνοντας σάλτσα ντομάτας για πίτσα, τοποθετώντας πεπερόνι και αδειάζοντας σακούλες με μοτσαρέλα. Ο φούρνος προθερμαινόταν και είχαμε δύο πίτσες έτοιμες να μπουν για ψήσιμο. Ο άντρας μου γύρισε σπίτι και του ανακοινώσαμε με μεγαλοπρέπεια ότι φτιάχναμε πίτσα! Και το κάναμε πραγματικά!
Γέλασε όταν έκοψα την πίτσα σε τετράγωνα κομμάτια, ακριβώς όπως έκανε παλιά η μαμά μου. Δεν ήταν ίσα μεταξύ τους, αλλά δεν με ένοιαζε. Ήμουν αγχωμένη και ενθουσιασμένη να δοκιμάσω αυτό που είχαμε δημιουργήσει.
Προσευχηθήκαμε. Εκείνες άρχισαν να μασούν. Το τυρί έλιωνε και έσταζε. Η κόρη μου χαμογέλασε και είπε: «Αυτή είναι η καλύτερη πίτσα που έχω φάει ποτέ!» (Ήξερε ότι ανησυχούσα για το αποτέλεσμα και ήθελε να με ενθαρρύνει.) Η ζύμη, που δημιουργήθηκε από μικροσκοπικούς κόκκους μαγιάς και πολλή αγάπη, είχε φτάσει στο τραπέζι της κουζίνας μου για να χορτάσει πεινασμένες κοιλίτσες. Οι αναμνήσεις από το παρελθόν πλημμύρισαν το μυαλό μου, καθώς συνειδητοποίησα ότι μετέδιδα την παράδοση της σπιτικής πίτσας στα γλυκά μου κορίτσια.
Ο σύζυγός μου κι εγώ συζητήσαμε ότι το να φτιάχνουμε σπιτική πίτσα θα μας εξοικονομούσε μερικά χρήματα και του είπα πως μπορώ να καταψύχω ζύμη, ώστε την επόμενη φορά η προετοιμασία να είναι πιο εύκολη.
Η κατεψυγμένη πίτσα μπορεί να συνεχίσει να βρίσκει τη θέση της στο τραπέζι της κουζίνας μας τα βράδια της Παρασκευής τα επόμενα χρόνια και είμαι εντάξει με αυτό. Είναι κι αυτή μια όμορφη ανάμνηση.
Όμως η σπιτική πίτσα, με τα κορίτσια μου δίπλα μου, μου θυμίζει κάτι σημαντικό: μπορώ να κάνω δύσκολα πράγματα.
Μπορώ να… ζυμώσω τα δύσκολα πράγματα»







