Η δουλειά θα επιβιώσει… Εσύ;
Σκέφτεσαι να φύγεις για διακοπές και να πάρεις μαζί σου το λάπτοπ για να κάνεις δουλειά. Το σκέφτηκες καλά; Μία μαμά απαντά ξεκάθαρα και ζητά να διαβάσεις την ιστορία της, πρωτού κάνεις πράξη τη σκέψη σου.
«Πιστεύεις ότι το χρειάζομαι πραγματικά;» ρώτησα τον σύζυγό μου, τον Πατ. Ετοιμάζαμε τις αποσκευές μας για τις πρώτες μας διακοπές έπειτα από τρία χρόνια, το πρώτο μας ταξίδι από τότε που γεννήθηκε η κόρη μας, η Λούσι. Η λίστα για μία εβδομάδα στην παραλία ήταν τεράστια. Αυτοκόλλητα, σνακ, παιχνίδια, ρούχα και κάθε λογής πράγματα για ένα μικρό παιδί γέμιζαν γρήγορα το αυτοκίνητο.
«Νομίζω πως θα είσαι μια χαρά. Ξέρεις ότι δεν θέλεις να το πάρεις μαζί σου», μου είπε. Παρόλο που ο χώρος ήταν περιορισμένος, υπήρχε ένα αντικείμενο που θα μπορούσα να είχα πάρει, αλλά αποφάσισα συνειδητά να αφήσω στο σπίτι: το λάπτοπ της δουλειάς μου. Κλείσαμε το πορτμπαγκάζ. Σε αυτό το ταξίδι δεν θα υπήρχε δουλειά.
Αν και κάθε φορά που παίρνω άδεια ενεργοποιώ μήνυμα αυτόματης απάντησης, εξηγώντας ότι δεν είμαι διαθέσιμη, συνήθως προσπαθώ να παρακολουθώ τα email μου, ώστε να μη με περιμένουν εκατοντάδες μηνύματα όταν επιστρέψω. «Απλώς διατηρώ το inbox μου υπό έλεγχο», έλεγα στον εαυτό μου.
Όμως, τα χρόνια τηλεργασίας, μεταξύ αυτών και ένας ολόκληρος χρόνος κατά τον οποίο παράλληλα μεγάλωνα τη νεογέννητη κόρη μου, με είχαν εξαντλήσει από αυτή την απαίτηση της διαρκούς διαθεσιμότητας. Για πολύ καιρό ήμουν κολλημένη στα εισερχόμενά μου, θέλοντας να αποδείξω στους συναδέλφους μου ότι, παρόλο που μόλις είχα αποκτήσει παιδί, μπορούσα ακόμη να ανταποκριθώ στον καταιγισμό των μηνυμάτων.
Ήταν εξουθενωτικό. Έμοιαζε πάντα με αγώνα δρόμου για το ποιος θα απαντήσει πρώτος στα ομαδικά μηνύματα ή ποιος θα μπει πρώτος στις ομαδικές συνομιλίες. Ένιωθα ότι έπρεπε να δείχνω συνεχώς πως ήμουν διαθέσιμη και προσιτή.
Ήταν καλοκαίρι και γνώριζα πως εκείνη την εβδομάδα η κίνηση στο inbox μου θα ήταν μειωμένη και τα περισσότερα ζητήματα μάλλον όχι ιδιαίτερα επείγοντα. Αποφάσισα να κρατήσω το επαγγελματικό email στο κινητό μου, αλλά αφήνοντας το λάπτοπ στο σπίτι ήξερα ότι θα είχα μικρότερη παρόρμηση να απαντήσω σε οποιοδήποτε μήνυμα.
Και έτσι, για μία ολόκληρη εβδομάδα, καθόμουν στην παραλία με την κόρη μου και δεν έκανα καθόλου δουλειά. Καμία απολύτως. Ναι, κοίταξα μερικά email στο κινητό μου όταν έφτασαν, αλλά δεν απάντησα σε κανένα. Και δεν ένιωσα την παραμικρή ενοχή.
Αντί γι’ αυτό, μπόρεσα να παρακολουθώ την κόρη μου να παίζει χαρούμενη με ένα ανατρεπόμενο φορτηγάκι, να κάνω οικογενειακούς περιπάτους, να παίζω με μαγνητικά πλακίδια, να της διαβάζω ιστορίες και να περπατάμε στην παραλία — όλα αυτά χωρίς να σκέφτομαι τη δουλειά.
Εκτός από την άδεια μητρότητας, δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που πέρασα μία ολόκληρη εβδομάδα χωρίς να εργαστώ καθόλου. Ακόμη και στις γιορτές, καταφθάνουν πολλά email από φοιτητές που πανικοβάλλονται επειδή πιστεύουν ότι απέτυχαν σε κάποιο μάθημα ή από καθηγητές που προσπαθούν να αποφασίσουν αν θα δεχτούν εκπρόθεσμες εργασίες από φοιτητές που κάνουν μία τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια.
Όμως η εβδομάδα μας στο Dewey Beach ήταν μία εβδομάδα χωρίς δουλειά. Τελεία και παύλα. Φυσικά, η γονεϊκότητα μπορεί να είναι αγχωτική, κι όμως αυτή ήταν η πιο χαλαρή περίοδος που είχα ζήσει εδώ και χρόνια.
Το τελευταίο βράδυ των διακοπών πήραμε το τρόλεϊ για το Rehoboth, ώστε να πάμε τη Λούσι στον παραλιακό πεζόδρομο, να ανέβει στο καρουζέλ και να επισκεφθούμε το λούνα παρκ. Προς μεγάλη χαρά της Λούσι, βγήκαμε για πίτσα. Παρόλο που χρειάστηκε να περιμένουμε το φαγητό μας, εκείνη ήταν ενθουσιασμένη. Συνέχιζε να λέει «πίτσα», χαμογελώντας και κάνοντας πρόποση μαζί μας με το παιδικό της ποτηράκι.
«Στην υγειά μας!» Κάναμε πρόποση ξανά και ξανά, τόσο χαρούμενοι που ήμασταν όλοι μαζί. Καθώς έφτασε το δείπνο, μία γλυκιά ηρεμία απλώθηκε στη βραδιά.
Αφού χορτάσαμε πίτσα, επιβιβαστήκαμε ξανά στο τρόλεϊ για να επιστρέψουμε στο ξενοδοχείο. Εκτός από εμάς τους τρεις, ήταν εντελώς άδειο. Καθίσαμε στο πίσω μέρος και παρακολουθούσαμε το ηλιοβασίλεμα καθώς επιστρέφαμε στο Dewey Beach.
Με τη Λούσι καθισμένη ανάμεσά μας, ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του Πατ και εκείνος άρχισε ενστικτωδώς να μου χαϊδεύει το χέρι. Μερικά δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό μου, όχι από λύπη επειδή οι διακοπές έφταναν στο τέλος τους, αλλά από αληθινή ευτυχία.
Ήταν μία εβδομάδα χωρίς δουλειά.
Το γραφείο μου τα κατάφερε χωρίς εμένα και, ακόμη σημαντικότερο, εγώ ξαναβρήκα τον εαυτό μου.
Δεν πρόκειται να ξαναπάρω το λάπτοπ μαζί μου»







