Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, πολλοί γονείς αρχίζουν να γεμίζουν το πρόγραμμα των παιδιών με δραστηριότητες.
Όμως το «περισσότερο» δεν σημαίνει πάντα και «καλύτερο».
Όπως εξηγεί σε αναλυτική του ανάρτηση ο δάσκαλος Μάριος Μάζαρης, πριν οργανώσουμε κάθε απόγευμα του παιδιού, αξίζει να αναρωτηθούμε τι πραγματικά χρειάζεται στην ηλικία του και πόσο χώρο αφήνουμε για παιχνίδι, ξεκούραση και ελεύθερο χρόνο.
«Τα σχολεία ξεκινούν και πάλι οι ενήλικες θα χάσουν το μέτρο. Γιατί πολλοί θα τρέξουν να γράψουν το παιδι τους σε άπειρες δραστηριότητες, που δεν κάνουν καν καλό, ότανα είναι πολλές. Μην βιάζεστε. Πριν γεμίσετε το πρόγραμμα του παιδιού, κοιτάξτε πρώτα την ηλικία του.
Κάθε Σεπτέμβρη ξεκνάει ο ίδιος αγώνας δρόμου. Αγγλικά, κολυμβτήριο, χορός, μουσική, ποδόσφαιρο, ρομποτική, δεύτερη γλώσσα. Ξεχνάμε όμως να αφήσουμε χρόν για αυτό που χρειάζεται να είναι: παιδί και όχι υπάλληλος που χτίζει το βιογραφικό του.
Οι γονείς με ρωτούν συνέχεια: “Τι άλλο να ξεκινήσει;”, “Μήπως έχει αργήσει”; “Μήπως μείνει πίσω;”. Ξεκινάμε, όμως, από τη λάθος ερώτηση. Όχι “τι άλλο μπορώ να προσφέρω;”, αλλά “τι χρειάζεται πραγματικά στην ηλικία που βρίσκεται;”Και όχι το “μόνο του μου τα ζητάει” δεν είναι απάντηση. Είναι μετάθεση ευθύνης, λες και είναι ο ενήλικας στο δωμάτιο εκείνο.
Έχουμε ταυτίσει το “καλός γονιός” με το “δίνω στο παιδί μου όσα περισσότερα μπορώ”, γνώσεις, ερεθίσματα, υλικά αγαθά. Λάθος όμως. Στην ανάπτυξη ενός παιδιού το περισσότερο μερικές φορές σημαίνει απλώς περισσότερο, όχι καλύτερο. Για παράδειγμα,μία ερώτηση που δέχομαι ασταμάτητα: “Πότε να ξεκινήσει αγγλικά; 3,5; 4,5; 5 ετων; Μου είπαν όσο νωρίτερα, τόσο καλύτερα.” “Μου είπαν,΄οτι σε αυτές τις ηλικίες είναι σφουγγάρια”, “Μου είπαν ότι μετά θα δυσκολευτεί”. Να πούμε όμως κάτι. Άλλο πράγμα η πρώιμη επαφή με μία ξένη γλώσσα και άλλο η πρώιμη οργανωμένη εξωσχολική διδασκαλια.
Ένα μικρό παιδί μπορεί να ακούει τραγούδια, να παίζει, να βλέπει ιστορίες, να μαθαίνει λεξούλες, να ακούει αγγλικά στο σχολείο, να συναντά τη γλώσσα στην καθημερινόητά του. Υπέροχα. Αυτό δεν σημαίνει: Άρα πρέπει να γραφτεί σε φροντιστήριο. Κανείς δεν λέει να μην α κούσει Αγγλικά στο τάμπλετ, σε εκπομπές, τραγούδια. Το ερώτημα είναι γιατί κάθε εμπειρία πρέπει να μετατρέπεται σε οργανωμένο μάθημα και εμπορική δραστηριότητα από τόσο μικρή ηλικία.
Το “όσο νωρίτερα αρχίσει τόσο καλύτερα θα μάθει” είναι πολύ πιο απλοϊκό από ό,τι δείχνει η έρευνα.
Και κάτι για τους γονείς: Ένα παιδί που δεν ξεκίνησε φροντιστήριο Αγγλικών στα 4, στα 5 ή στα 6 δεν σημαίνει ότι έμεινε πίσω. Τα μεγαλύτερα παιδιά διαθέτουν διαφορετική γνωστική ωριμότητα, γλωσσικές γνώσεις, προσοχή και στρατηγικές μάθησης. Για αυτό και σε συνθήκες τυπικής διδασκαλίας μπορούν να προχωρήσουν ταχύτερα ανά ώρα μαθήματος.
Ένας έφηβος στα 18 του μπορεί να ξεκινήσει από το 0 και να πάρει πτυχίο αγγλικών μέσα σε μερικούς μήνες. Τα παιδιά σήμερα δεν μεγαλώνουν στον κόσμο που μεγαλώσαμε εμείς. Εμείς πολλές φορές συναντούσαμε τα αγγλικά κυρίως μέσα στο φροντιστήριο. Σήμερα ένα παιδί τα συναντά παντού. Η ξένη γλώσσα δεν αρχίζει απαραίτητα στην πόρτα μίας αίθουσας.
Το σημερινό παιδί έχει ήδη πολύ περισσόερες ευκαιρίες επαφής και εξοικείωσης με τα Αγγλικά. Άρα δεν χάνει κανένα τρένο, αν δεν ξεκινήσει στα 4. Εγώ εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, προτείνω την ηλικία των 8-9 ως κατάλληλη για την εκμάθηση εκτός σχολείου. Δεν παρουσιάζω τη Γ’ Δημοτικού ως κάποια μαγική επιστημονική ηλικία. Έχει όμως πατήσει καλά στα πόδια του στα ελληνικά και μπορεί να κατανοήσει τη δομή του λόγου. Μη φοβάστε το αργότερα. Το παιδί έχει χρόνο πολύ περισσότερο από όσο μας κάνουν μερικές φορές να πιστεύουμε.
Η ανάρτηση αυτή δεν είναι για τα αγγλικά, είναι για τη βιασύνη. Για το ότι ξαφνικά ενα παιδί 6 ετών έχει εβδομαδιαίο πρόγραμμα, που θυμίζει εργαζόμενο ενήλικα. Αυτό ξεχνάμε. Κάθε φορά που βάζουμε κάτι ακόμα στο πρόγραμμα, κάτι άλλο πρέπει να φύγει. Μία ώρα αγγλικά, δεν είναι απλώς μία ώρα αγγλικά. Είναι μετακίνηση, ετοιμασία, πιθανή μελέτη, άλλη μία υποχρέωση. Άλλη μία ώρα της εβδομάδας που απέκτησε πρόγραμμα.
Γι’ αυτό πριν ρωτήσουμε: «Τι θα κερδίσει;» ας ρωτήσουμε «Τι θα χάσει για να το κερδίσει;». Μπορει να χάσει μία ω΄ρα που θα έπαιζε κι εμείς οι μεγαλοι σκεφτόαστε: «Ε και;». Γιατί έχουμε ξεχάσει πόσο καλό κάνει το παιχνίδι, πιο πολύ από οτιδήποτε σε αυτές τις ηλικίες. Το ελεύθερο παιχνίδι δεν είναι το “τίποτα” ανάμεσα στα σημαντικά πράγματα, είναι το πιο σημαντικό. Μέσα από το παιχνίδι φτιάχνει την προσωπικότητά του.
Δημιουργεί, διαπραγματεύεται, δοκιμάζει, αποτυγχάνει, φαντάζεται, αυτορρυθμίζεται, κινείται, σχετίζεται. Το παιχνίδι δεν χριεάζεται να διδάσκει για να έχει αξία. Είναι η ίδια η αξία. Και ναι, ένα παιδί χρειάζεται μερικές φορές και να βαρεθεί, να μην έχει κάτι προγραμματισμένο, να μη βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε έναν ενήλικα που θα του λέει τι θα κάνει μετά.
Να κοιτάξει γύρω του, να επινοήσει ένα παιχνίδι, να φτιάξει κάτι, να ξαπλώσει, να χαζέψει. Δεν χρειάζεται κάθε λεπτό α είναι αξιοποιημένο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουμε οι ενήλικες που σκεφτόμαστε ως ενήλικες ματαιωμένοι, αγχωμένοι, και θέλουμε να μετατρέψουμε το παιδί σε πρότζεκτ. Πριν γράψετε το παιδί σας σε μία δραστηριότητα ρωτήστε: Το θέλει πραγματικά; Ταιριάζει στην ηλικία του; Πόσες υποχρεώσεις έχει ήδη; Κοιμάται αρκετά; Έχει καθημερινά χρόνο για ελεύθερο παιχνίδι; Υπάρχουν απογεύματα χωρίς πρόγραμμα;
Φυσικά και μπορεί μία δραστηριότητα να κάνει καλό, αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί. Δεν γίνεται να τα κάνουμε όλα επειδή το καθένα ξεχωριστά κάνει καλό. Η παιδαγωγική δεν είναι συλλογή ωφέλιμων δραστηριοτήτων. Είναι μέτρο.»
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.







