Μία φράση τόσο συνηθισμένη, σχεδόν αυτονόητη, αν την έχεις ακούσει ξανά και ξανά ως παιδί.
Κι όμως, όπως εξηγεί η ψυχολόγος Φρόσω Φωτεινάκη, πίσω της κρύβεται ένα μήνυμα που πολλές φορές πληγώνει χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Όταν ρωτάμε το παιδί μας τι έκαναν οι άλλοι, άθελά μας του μαθαίνουμε, ότι η αξία μετριέται συγκριτικά, ότι δεν αρκεί να προσπάθησε, δεν αρκεί να βελτιώθηκε, δεν αρκεί να είναι ικανοποιημένο.
Πρέπει να είναι καλύτερο από τους άλλους. Το παιδί, όμως, δεν ακούει απλώς μία ερώτηση. Ακούει: «Πού βρίσκεσαι στην κατάταξη;» και τότε αρχίζει να κοιτά γύρω του για να καταλάβει, αν είναι αρκετό.
Αν είναι μπροστά, νιώθει προσωρινή ανακούφιση. Αν είναι πίσω, γεννιέται ντροπή, άγχος, φόβος μήπως απογοητεύσει.
Η σύγκριση μπορεί να κινητοποιεί πρόσκαιρα, αλλά μακροπρόθεσμα χτίζει ανασφάλεια. Μαθαίνει στο παιδί να αξιολογεί τον εαυτό του με βάση τους άλλους και όχι με βάση τη δική του πορεία.
Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς
Αυτό δεν σημαίνει, ότι αδιαφορούμε για την πρόοδο ή ότι δεν βάζουμε όρια. Τα παιδιά χρειάζονται πλαίσιο, συνέπεια και ενθάρρυνση να εξελίσσονται.
Χρειάζονται, όμως, κι έναν χώρο, όπου η αξία τους δεν εξαρτάται από το αν είναι πρώτα. Η υγιής φιλοδοξία καλλιεργείται, όταν το παιδί νιώθει αποδοχή, όχι όταν νιώθει ότι συγκρίνεται.
Ίσως, αντί να ρωτήσουμε τι έκαναν οι άλλοι, να σταθούμε για λίγο και να ρωτήσουμε πώς ένιωσε το ίδιο.
Αν είναι περήφανο, αν δυσκολεύτηκε, αν θέλει βοήθεια. Να του δείξουμε, ότι μας ενδιαφέρει η προσπάθειά του, η διαδρομή του, η σχέση του με τον εαυτό του και όχι η θέση του στην τάξη.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται να είναι καλύτερα από τους άλλους για να αξίζουν. Χρειάζεται να ξέρουν, ότι αξίζουν ήδη.
Και μέσα σε αυτή τη βεβαιότητα ανθίζουν περισσότερο.







