bt_bb_section_bottom_section_coverage_image

Πώς θα μάθετε στα παιδιά σας να λένε την αλήθεια χωρίς φόβο

Αναλόγως την περίστααση ορισμένες αντιφατικές αξίες, όπως λεγόμενα «αθώα ψέματα», μπορεί να μοιάζουν φυσιολογικές.

Για τα παιδιά, όμως, δεν είναι εύκολο να κατανοήσουν αυτές τις λεπτές διακρίσεις, κυρίως επειδή μέχρι περίπου την ηλικία των τεσσάρων ετών τείνουν να λένε αυθόρμητα ό,τι σκέφτονται, χωρίς φίλτρο.

Παρότι οι γονείς δεν είναι δυνατόν να μοιράζονται τα πάντα με τα παιδιά τους, δεν θα πρέπει να τους λένε ψέματα. Μια τέτοια στάση μπορεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη τους προς τους ενήλικες και να επηρεάσει τη συμπεριφορά τους καθώς μεγαλώνουν, δεδομένου ότι οι γονείς αποτελούν βασικά πρότυπα.

«Η προσήλωση στην αλήθεια είναι αυτή που μας καθιστά αξιόπιστους ανθρώπους. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να λέγονται στα παιδιά τα πάντα, καθώς ορισμένα ζητήματα δεν τα αφορούν άμεσα, όπως, για παράδειγμα, τα οικονομικά προβλήματα μιας οικογένειας», εξηγεί η ψυχολόγος Tristana Suárez.

Όταν ένα παιδί αντιλαμβάνεται ότι οι ενήλικες δεν λένε την αλήθεια, μπορεί να ενσωματώσει αυτή τη συμπεριφορά στη δική του ζωή ως μια διαθέσιμη επιλογή. «Το ψέμα κανονικοποιείται, τα παιδιά αρχίζουν να το μιμούνται και, τελικά, βλέπουν τους γονείς τους ως λιγότερο αξιόπιστους», σημειώνει η Alba María García, κλινική νευροψυχολόγος στο Κέντρο Psicológica της Μαδρίτης.

Τα παιδιά μαθαίνουν να λένε ψέματα μιμούμενα τους ενήλικες που βρίσκονται γύρω τους. «Καταλήγουν να αντιγράφουν τη συμπεριφορά, χωρίς να αντιλαμβάνονται τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει στον άνθρωπο στον οποίο απευθύνεται το ψέμα», αναφέρει η Suárez.

«Σε άλλες περιπτώσεις, οι ίδιοι οι γονείς μπορεί να μη λένε ψέματα, όμως τα παιδιά τους μαθαίνουν να το κάνουν επειδή φοβούνται τις συνέπειες της αλήθειας, όπως για παράδειγμα τον θυμό των γονιών», προσθέτει.

Σύμφωνα με τη García, το ψέμα εξελίσσεται καθώς μεγαλώνει το παιδί. «Γύρω στην ηλικία των τριών ετών εμφανίζονται τα πρώτα απλοϊκά ψέματα, με φράσεις όπως “δεν το έκανα εγώ”, ώστε να αποφευχθούν οι συνέπειες», εξηγεί. «Από τα τέσσερα έως τα πέντε χρόνια, το ψέμα γίνεται πιο σκόπιμο και οργανωμένο. Μεταξύ έξι και οκτώ ετών, τα παιδιά αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την ηθική διάσταση του ψέματος, αλλά και πότε αυτό θεωρείται αποδεκτό, ανάλογα με το πλαίσιο».

Γιατί λένε ψέματα τα παιδιά;

Σύμφωνα με τη Suárez, όταν ένα παιδί δεν λέει την αλήθεια, μπορεί να εμπλέκονται διαφορετικοί παράγοντες. «Μπορεί να το κάνει για να αποκτήσει γρήγορα κάτι που επιθυμεί, όταν δεν βλέπει κάποιον εναλλακτικό τρόπο, όπως όταν τρώει κρυφά ανθυγιεινά τρόφιμα. Μπορεί επίσης να προσπαθεί να αποφύγει την ευθύνη για κάτι που θεωρεί πως, σύμφωνα με τα κριτήρια των ενηλίκων, ήταν λάθος, όπως όταν παίρνει κάτι που δεν του ανήκει».

«Ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσουν παιδιά απόλυτα ωμά στην ειλικρίνειά τους ή τυφλά υπάκουα, αλλά άνθρωποι που μπορούν να λένε την αλήθεια υπεύθυνα, με ευαισθησία και ενσυναίσθηση», προσθέτει η García.

Τι πρέπει να κάνει ένας γονιός όταν το παιδί τον αντιλαμβάνεται να λέει ψέματα;

«Η καλύτερη στάση είναι να το αναγνωρίσει με ειλικρίνεια και να πει κάτι όπως: “Έχεις δίκιο, δεν ήμουν απόλυτα ειλικρινής. Δεν είχα πρόθεση να σε πληγώσω. Θα προσπαθήσω να τα καταφέρω καλύτερα”», συμβουλεύει η García.

«Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί διδάσκεται τη συναισθηματική υπευθυνότητα και το πώς μπορεί να αποκατασταθεί μια βλάβη που έχει προκληθεί. Παράλληλα, ενισχύεται η αξία της ειλικρίνειας και γίνεται κατανοητό ότι τα λάθη αποτελούν επίσης μέρος της μάθησης», συμπληρώνει.

Όταν τα παιδιά είναι μικρά, εκφράζουν ελεύθερα τις σκέψεις τους χωρίς φίλτρο, γεγονός που συχνά φέρνει τους ενήλικες σε αμηχανία.

Για τους γονείς, η ξεκάθαρη ειλικρίνεια απέναντι στα παιδιά προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, τη χρήση γλώσσας κατάλληλης για την ηλικία τους. «Είναι επίσης σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ότι δεν χρειάζεται να τους παρέχονται όλες οι πληροφορίες, αλλά να αποφεύγονται οι ανακρίβειες. Για παράδειγμα, μπορεί να τους εξηγηθεί ότι ένα ζήτημα είναι σύνθετο και θα συζητηθεί όταν θα είναι μεγαλύτερα», αναφέρει η García.

«Πρόκειται ουσιαστικά για την εφαρμογή της συναισθηματικής ειλικρίνειας. Όταν ένα θέμα προκαλεί αμηχανία, είναι προτιμότερο ένας ενήλικας να παραδεχτεί ότι δεν γνωρίζει πώς να το εξηγήσει, παρά να επινοήσει κάτι. Με αυτόν τον τρόπο διδάσκεται η ακεραιότητα και η αξία της αλήθειας, ακόμη και σε δύσκολες καταστάσεις», τονίζει.

Για να ενθαρρύνονται τα παιδιά να είναι ειλικρινή, είναι σημαντικό η συγκεκριμένη συμπεριφορά να ενισχύεται θετικά. «Μπορούν να χρησιμοποιούνται φράσεις όπως “χαίρομαι που μου είπες την αλήθεια”, ενώ δεν θα πρέπει να επιβάλλεται τιμωρία, ακόμη και όταν η αλήθεια που μοιράζονται είναι δυσάρεστη. Έτσι αποτρέπεται το ενδεχόμενο να αντιμετωπίζουν το ψέμα ως μηχανισμό άμυνας. Παράλληλα, μπορούν να γίνονται συζητήσεις σχετικά με τη σημασία της αλήθειας και τα μακροπρόθεσμα οφέλη της», εξηγεί η García.

Αλήθεια vs Ψέμα: Καθοριστική η κατανόηση της διαφοράς

Η σαφήνεια είναι καθοριστική για να μπορέσουν τα παιδιά να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα. «Δεν πρόκειται για διπλωματία, γιατί αυτή μπορεί να αποτελεί μια μορφή κοινωνικής υποκρισίας. Στην κοινωνία μας δεν θεωρείται πάντοτε σωστό να λέγεται η αλήθεια χωρίς περιστροφές, γι’ αυτό και τα παιδιά καλούνται να μάθουν να διαχειρίζονται σύνθετες αποχρώσεις», αναφέρει η Suárez.

«Ωστόσο, όταν είναι μικρά, τα παιδιά λένε αυτό που αισθάνονται, χωρίς φίλτρο, γεγονός που κάνει τους ενήλικες να νιώθουν άβολα. Αν, όμως, επιθυμούμε να είναι ειλικρινή, οι ενήλικες οφείλουν να δίνουν προτεραιότητα στην αλήθεια και να μην κάνουν εξαιρέσεις», προσθέτει.

«Υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να ειπωθεί. Οι ενήλικες, όμως, δεν θα πρέπει να διδάσκουν στα παιδιά ότι η ειλικρίνεια, η σαφήνεια και η τιμιότητα εξαρτώνται από κρυφούς όρους. Αν ένας γονιός θυμώσει με ένα παιδί επειδή είπε την αλήθεια, είναι πολύ πιθανό το παιδί να μην το επαναλάβει», συνεχίζει η Suárez.

Σύμφωνα με τη García, είναι εξίσου σημαντικό να γίνεται διάκριση ανάμεσα στην ειλικρίνεια και τη διεκδικητική επικοινωνία. «Μπορεί να εξηγηθεί σε ένα παιδί ότι η αλήθεια πρέπει πάντοτε να λέγεται, αλλά με σεβασμό και ενσυναίσθηση. Το κλειδί είναι να του προσφέρονται κοινωνικές δεξιότητες και εργαλεία διαχείρισης των συναισθημάτων, χωρίς να καταπιέζεται η ειλικρίνειά του».

Πηγή: El Pais

Facebook Share  X Share  Στείλε με email  Print