Πόσες φορές έχετε ανοίξει Facebook ένα Σαββατοκύριακο και ξαφνικά νιώσατε ότι όλοι οι άλλοι γονείς έχουν πάρει πτυχίο στην οικογενειακή ψυχαγωγία;
Κι εσείς νιώθετε, πως απλώς προσπαθείτε να πιείτε έναν καφέ πριν κρυώσει. Πόσες φορές είδατε φωτογραφίες από πάρκα, μουσεία, παιδικά εργαστήρια και εκδρομές, και σκεφτήκατε: «Μήπως πρέπει κι εμείς να κάνουμε κάτι;» ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που θέλατε ήταν να μείνετε σπίτι, να μη φορέσει κανείς παπούτσια και να μη ρωτήσει κανείς «πού πάμε τώρα;».
Νομίζουμε πως πολλοί γονείς θα ταυτιστούν απόλυτα με αυτή τη μαμά.
«Πριν από μερικά Σαββατοκύριακα, το 13 μηνών μωρό μου, που κοιμάται ακόμα στο ίδιο δωμάτιο με εμάς,γιατί προφανώς η έννοια της προσωπικής ζωής έχει πάει περίπατο, αποφάσισε να με ξυπνήσει στις 7:30 το πρωί. Και κάπως έτσι ξεκίνησε η μέρα μας. Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς μεγάλες φιλοδοξίες, χωρίς όραμα. Μόνο με έναν πολύ ξεκάθαρο στόχο: να φτιαχτεί καφές όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
Το πρωινό μας, πάντως, ήταν υπέροχο. Φάγαμε ομελέτες, αράξαμε στον καναπέ, είδαμε ταινίες αγκαλιά και γενικά ζήσαμε αυτή τη σπάνια οικογενειακή στιγμή όπου κανείς δεν φώναζε «πού είναι οι κάλτσες μου;». Όλα αυτά πριν καν έρθει η ώρα του μεσημεριανού. Με λίγα λόγια, μέχρι εκείνη τη στιγμή η μέρα πήγαινε περίφημα.
Και μετά έκανα το λάθος. Το μεγάλο. Το κλασικό. Το ολέθριο. Πήρα το κινητό μου και μπήκα στο Facebook.
Ήταν ακόμα νωρίς, αλλά όπως φάνηκε, οι υπόλοιποι γονείς του κόσμου είχαν ήδη βγει από το σπίτι, είχαν κάνει δραστηριότητες, είχαν γελάσει οικογενειακώς, είχαν βγάλει τέλειες φωτογραφίες και πιθανότατα είχαν προλάβει να ζυμώσουν και ψωμί. Όλοι έδειχναν τόσο δραστήριοι, τόσο οργανωμένοι, τόσο «κοιτάξτε μας, περνάμε υπέροχα ως οικογένεια», που εγώ ξαφνικά ένιωσα σαν να είχα αποτύχει επειδή καθόμουν στον καναπέ με μαλλί που θύμιζε θάμνο. Σηκώθηκα λοιπόν από τον καναπέ και άρχισα να παθαίνω έναν μικρό γονεϊκό πανικό.
Δεν είχα κανονίσει τίποτα για εκείνο το Σαββατοκύριακο. Τίποτα απολύτως. Και μέχρι πριν από πέντε λεπτά, αυτό μου φαινόταν καταπληκτική ιδέα. Είχα περάσει μια εβδομάδα τρέχοντας από εδώ κι από εκεί σαν ταξί χωρίς ταρίφα, και το μόνο που ήθελα ήταν να χαλαρώσουμε όλοι μαζί. Όμως οι φωτογραφίες των άλλων γονιών με έκαναν να αμφιβάλλω. Μήπως έπρεπε να είμαστε κι εμείς κάπου; Μήπως το να κάθεσαι σπίτι δεν θεωρείται πλέον οικογενειακή δραστηριότητα αν δεν υπάρχει σχετικό hashtag;
Άρχισα λοιπόν να ψάχνω στο Google τι θα μπορούσαμε να κάνουμε με τα παιδιά. Βρήκα μερικές ιδέες και τις παρουσίασα στην οικογένειά μου με τον ενθουσιασμό ανθρώπου που ανακοινώνει ότι κέρδισε ταξίδι στη Disneyland. Περίμενα χειροκροτήματα, χαμόγελα, ίσως και λίγη συγκίνηση.
Αντί γι’ αυτό, πήρα βλέμματα απόλυτης αδιαφορίας. «Πρέπει να πάμε κάπου;» με ρώτησε ο 9χρονος γιος μου. Ομολογώ ότι ταράχτηκα. Δηλαδή το παιδί μου μόλις είπε «όχι» σε μια πιθανή έξοδο; Σε κάτι διασκεδαστικό; Σε μια ευκαιρία να φύγουμε όλοι μαζί από το σπίτι; Την ίδια στιγμή, ο άντρας μου φορούσε ακουστικά και άκουγε μουσική τόσο δυνατά, που μάλλον είχε μπει ήδη σε λειτουργία «μη με υπολογίζετε για τίποτα».
«Όχι, δεν πρέπει», του απάντησα. «Εσύ τι θα ήθελες να κάνουμε;» «Τίποτα», είπε αμέσως ο γιος μου.
Και κάπου εκεί, σαν να άναψε λαμπάκι. Ή μάλλον σαν να άναψε φωτεινή επιγραφή που έγραφε: «Το παιδί έχει δίκιο».
Άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά αυτή την ιδέα του να μην κάνεις τίποτα. Και η αλήθεια είναι πως κι εγώ ήμουν απόλυτα εντάξει με αυτό. Δεν ήθελα να ντυθώ, να οργανωθώ, να φορτώσω τσάντες, μπουφάν, παγούρια, σνακ και παιδιά στο αυτοκίνητο. Δεν ήθελα να ψάχνω πάρκινγκ, να κυνηγάω κάποιον σε παιδότοπο ή να προσποιούμαι ότι περνάω τέλεια ενώ μέσα μου σκέφτομαι τον καναπέ.
Το πρόβλημα δεν ήμασταν εμείς. Δεν ήταν τα παιδιά μου. Δεν ήταν η ανάγκη μας για ξεκούραση. Το πρόβλημα ήταν αυτή η περίεργη πίεση που νιώθεις όταν βλέπεις τους άλλους γονείς να κάνουν πράγματα. Ή μάλλον, όταν βλέπεις τις καλύτερες φωτογραφίες από τα πράγματα που κάνουν. Γιατί κανείς δεν ανεβάζει τη στιγμή που το παιδί κλαίει επειδή το τοστ κόπηκε λάθος.
Μετά από μια εβδομάδα γεμάτη δουλειά, σχολείο, δραστηριότητες, διαδρομές, μποτιλιάρισμα και το αιώνιο «βιαστείτε, θα αργήσουμε», είχα κουραστεί. Και ξαφνικά κατάλαβα ότι είχαν κουραστεί και τα παιδιά μου.
Έτσι, αρχίσαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό τα Σαββατοκύριακα. Ή μάλλον, να μην κάνουμε.
Ναι, μπορεί να φάμε πρωινό έξω. Μπορεί να πάμε μια βόλτα στο πάρκο. Μπορεί να βγούμε για λίγο, αν μας έρθει η όρεξη. Αλλά τίποτα από αυτά δεν είναι υποχρεωτικό, τίποτα δεν είναι γραμμένο σε πρόγραμμα και τίποτα δεν χρειάζεται να γίνει επειδή το είδαμε στο Facebook. Και ξέρετε κάτι; Μερικές φορές δεν έχουμε καμία όρεξη να βγούμε. Και είναι υπέροχο.
Μέχρι στιγμής, αυτή η νέα μας φιλοσοφία είναι απίστευτα απελευθερωτική. Παλιά προσπαθούσα να χωρέσω μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο τόσα πολλά πράγματα, που μέχρι να έρθει η Κυριακή το βράδυ χρειαζόμασταν όλοι άλλο ένα Σαββατοκύριακο για να συνέλθουμε από το Σαββατοκύριακο. Όταν σταμάτησα να το κάνω αυτό, είδα τεράστια διαφορά στη διάθεσή μας. Χωρίς την πίεση του «πρέπει να κάνουμε κάτι», είμαστε όλοι πιο ήρεμοι. Πιο χαλαροί. Πιο άνθρωποι και λιγότεροι project managers οικογενειακής ευτυχίας.
Και ξέρετε τι λέει μια γνωστή ψυχολόγος που δουλεύει κυρίως με εξαντλημένους γονείς; Ότι καλό είναι να αφήνουμε τα Σαββατοκύριακά μας όσο γίνεται πιο άδεια από υποχρεώσεις και να επιτρέπουμε στα παιδιά μας ακόμα και να βαριούνται. Ναι, να βαριούνται. Αυτό το πράγμα που οι γονείς ακούμε και αμέσως νιώθουμε ότι πρέπει να εμφανίσουμε δραστηριότητα, χειροτεχνία ή εκπαιδευτικό παιχνίδι από το πουθενά.
Κι όμως, συμφωνώ απόλυτα. Το να μάθει ένα παιδί να διαχειρίζεται τον ελεύθερο χρόνο του είναι τεράστιο εφόδιο. Τα παιδιά χρειάζονται χώρο για να χαλαρώνουν, να ηρεμούν, να σκέφτονται, να παίζουν μόνα τους, να βαριούνται λίγο και μετά να βρίσκουν κάτι να κάνουν. Δυστυχώς, τα σημερινά παιδιά σπάνια έχουν αυτή την πολυτέλεια.
Σε αυτόν τον εξαντλητικό κόσμο, γεμάτο δουλειές, υποχρεώσεις, προγράμματα και ειδοποιήσεις, δεν είχα σκεφτεί ότι όπως η μικρή μου κόρη μαθαίνει σιγά σιγά να ηρεμεί και να αποκοιμιέται μόνη της το βράδυ, έτσι και τα μεγαλύτερα παιδιά χρειάζονται να μάθουν πώς να αποσυμπιέζονται. Γιατί αν δεν μάθουν τώρα να κατεβάζουν ρυθμούς, πότε θα το μάθουν; Στα 35, πάνω από ένα laptop, πίνοντας τρίτο καφέ και λέγοντας «είμαι μια χαρά»;
Γι’ αυτό πλέον προσπαθώ κάθε Σαββατοκύριακο να μην έχουμε τίποτα προγραμματισμένο. Και όταν κάποιος με ρωτά τι θα κάνουμε, απαντώ με περηφάνια και ένα τεράστιο χαμόγελο: “Τίποτα. Και ανυπομονώ”.»
Πηγή: sheknow.com







